Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Γιώργος Κολιόπουλος: Ο άνθρωπος που επέβαλε το ελληνικό «λ»άδι στα… σαλόνια


¨Κατέληξα στο ότι έπρεπε να κάνω τη δική μου υπέρβαση. Είπα: «Ο κόσμος δεν είναι έτσι όπως μου τον έχουν μάθει στην Ελλάδα, όπου όλα είναι ένα ακίνητο σύμπαν. Στον κόσμο μπορεί να υπάρχει ρευστότητα». Έπρεπε όμως πρώτα να φτιάξω τον εαυτό μου. Να φτάσω στο «μηδέν». Αποκαθήλωσα πλήρως την Ελλάδα και είπα: «Δεν αξίζουμε τίποτε». Αυτό είναι και το μυστικό για την αυτογνωσία του Νεοέλληνα¨

Ξεκίνησε ως copywriter από την Ελλάδα για να καταλήξει να μετατρέψει το ελληνικό λάδι σε «υγρό χρυσό» φτάνοντας από Χονγκ Κονγκ μέχρι και τα ράφια του Harrods. Ο Γιώργος Κολιόπουλος είναι ίσως ένας από τους ελάχιστους Έλληνες επιχειρηματίες που κατάφερε να παντρέψει την έμπνευση με την δημιουργία για το καλό της επιχειρηματικότητας. ¨ Ή θελα να κάνω κάτι αποκλειστικό επειδή μου αρέσουν τα ιδιαίτερα πράγματα. Δεν θα πάρω μια Rolls-Royce, αλλά αναγνωρίζω γιατί υπάρχει στον κόσμο. Το κυριότερο, το ότι δεν οδηγώ Rolls-Royce, δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να φτιάξω μία. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πολύς κόσμος που το καταλαβαίνει αυτό.¨  

Χωρίς να έχει ταξιδέψει ή ζήσει ποτέ στο εξωτερικό είναι ο άνθρωπος που κατάφερε μέσω του word of mouth να κάνει το «λ» από ένα απλό λάδι που χρησιμοποιεί κάθε νοικοκυρά, ένα υπερπολυτελές αγαθό που φιγουράρει στα καλύτερα και πιο glamorous  σπίτια. Το πάθος και η τρέλα του για αυτή την πρωτότυπη ιδέα τον οδήγησαν από το να βάλει το «λ» σε ακριβές συσκευασίες παγκοσμίως αξίας 180$, έως και να ικανοποιήσει ακόμα και τα πιο περίεργα και ακριβά γούστα με μια χειροποίητη κασετίνα από λευκό ξύλο μασίφ με υπογραφή ως μεταξοτυπία, συσκευασία που αγγίζει τις 11.000. 

¨Έχω κάνει κάτι μοναδικό σε παγκόσμια κλίμακα, και αυτό ήθελα. Το επόμενο προϊόν θα είναι τρόφιμο ή ποτό και θα εντυπωσιάσει εξίσου.¨

Οι πρωτιές του «λ» είναι πολλές. Είναι το πρώτο λάδι πολυτελείας στον κόσμο, το πρώτο λάδι στο οποίο αναγράφεται η ultra premium κατηγορία του, το πρώτο επίσης με συσκευασία λευκών αποχρώσεων σε αντίθεση με τα γήινα χρώματα που έχουν τα υπόλοιπα. Όπως παραδέχεται και ο ίδιος το «λ» είναι ένα λάδι που δεν φτιάχτηκε από ελιές αλλά μέσα από τα βιβλία. Έχοντας ως εμπνευστές τον Πίντσον, τον Στέλιο Ράμφο και τον αρχιτέκτονα Ζενέτο  τόλμησε να κάνει την πρωτοπορία δεύτερη φύση του.

Ο Γιώργος Κολιόπουλος είναι αναμφισβήτητα ο Έλληνας επιχειρηματίας που έκανε την υπέρβαση: έφτιαξε το πρώτο πολυτελές αγαθό από ελληνικά χέρια εφαρμόζοντας το  premiumization που μέχρι πρότινος γνωρίζαμε μόνο στα ποτά. 

Η συμβουλή του προς τους υπόλοιπους επιχειρηματίες είναι να μην ακούνε τους «γύρω γύρω». ¨Το μέλλον της Ελλάδας δεν είναι σε αυτό που βλέπουμε γύρω μας, στο τώρα. . Αν διοχετεύαμε ελάχιστο από το πάθος με το οποίο διαδηλώνουμε στην αμερικανική πρεσβεία σε ένα όραμα, θα ανορθώναμε την οικονομία.¨


Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

΄΄ Θα… ΄΄


 ( σε ένα ταξίδι απο Κατερίνη - Αθήνα )

Και να που ξαφνικά κάπως έτσι, σαν το τσουνάμι που θερίζει σπίτια και ζωές, να  το. Το παγερό και ψυχρό χέρι του θανάτου έρχεται να μας θυμίσει πως δεν υπάρχει κανένα «στάνταρ» σε αυτό που λέμε εμείς ζωή. Γιατί η αληθινή ζωή είναι αλλού. 

 Η ευτυχία γίνεται δυστυχία, η χαρά λύπη και το ζεστό σπιτικό ερημιά, ηρεμία και… ησυχία.  Και δυστυχώς είναι ίσως η πρώτη φορά που αυτή η ησυχία είναι τόσο ψυχρή και ανιαρή που σου σπάει τα αφτιά λες και ακούς το τρυπάνι της διπλανής οικοδομής  στ’ αφτί σου στις επτά το πρωί της Κυριακής. Το σκηνικό αλλάζει, το κεφάλαιο γυρίζει σελίδα και όλα τριγύρω έρχονται να σου θυμίζουν αυτά που έζησες και αυτά που Θα… ζούσες, γιατί ήμασταν ακόμα στην αρχή. 

Το σπίτι που Θα… έφτιαχνες,  τα παιδιά που Θα… έβλεπες να μεγαλώνουν, να φωνάζουν, να τσακώνονται, να ερωτεύονται. Την γυναίκα σου που Θα… σε φρόντιζε, Θα… σε κοιτούσε με θαυμασμό, Θα… σε ΄΄ταλαιπωρούσε΄΄ και που σίγουρα Θα… σε αγαπούσε. Ή μάλλον όχι εδώ ΔΕΝ ταιριάζει το Θα…

Και τώρα τί; Τώρα όλα μαύρα. Ρούχα, σπίτια, ψυχές... Μια θλίψη κι ένα πνιχτό χαμόγελο που περισσότερο μοιάζει πια  με  μειδίαμα,  έτσι για να μας γυρίζει πίσω στον παλιό καλό καιρό. Γιατί κάποτε υπήρχε τόση ευτυχία! Ένα σπιτικό γεμάτο αγάπη, ζεστασιά, δύναμη, ζωή, ελπίδα, χαρά… Θεό. Ανατροπή! Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτή.

Ο κόσμος μπαίνει, βγαίνει, μιλά, γελά, κλαίει με προσοχή ,να μη δουν τα παιδιά και καταλάβουν. Τα παιδιά! Τι να μην καταλάβουν αφού αυτά θα χαράζουν την πορεία από δω κι εμπρός, αυτά θα θυμίζουν την απόλυα, θα την καθρεφτίζουν «κι από το σώμα μου σαν άστρα, παιδιά δικά σου ανάσες βγάζουν, Θεός αν είναι…». Κι όμως Είναι. 

…Θεός ολοζώντανος, ανυπέρβλητος, αποφασιστικός… Εκείνος χαράσσει κι εμείς ακολουθούμε είτε μας αρέσει, είτε όχι, είτε θέλουμε είτε δεν θέλουμε κι αυτός είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος για να αντλήσουμε δύναμη, κουράγιο, αντοχή. 

Γιατί όταν είσαι έτοιμος… φεύγεις. Ναι. Φεύγεις! Όταν είσαι τόσο πρόθυμος… φεύγεις! Όταν δε χαλάς κανένα χατίρι… φεύγεις. Όταν έχεις τόση ανιδιοτέλεια, τόση υπομονή, τόση αγάπη, τόση αντοχή, τόση θέληση… φεύγεις. Όταν είσαι τόσο καλός για να είσαι αληθινός… φεύγεις. Όχι για να γλιτώσεις, αλλά για να συνεχίσεις αυτό σου το έργο  με περισσότερη ηρεμία, από Ψηλά. Πιο ξεκούραστα. Γιατί αυτό σου έλλειπε κουμπάρε μου, η ξεκούραση…

Σε όλα σου βιαστικός βρε παιδί μου! Στη ζωή και στο θάνατο… Σε όλα. Και ήταν τόσο νωρίς. Νωρίς για εμάς. Εσύ ήσουν απλά έτοιμος, από καιρό. ΄΄ Πρέπει να είμαστε έτοιμοι ΄΄ , από τις τελευταίες σου κουβέντες. Λες και το ’ξερες, λες και το ζητούσες… ΄΄ πρέπει να είμαστε έτοιμοι ΄΄
Ένα σου πλατύ χαμόγελο, μια γενναιόδωρη αγκαλιά, ένα καλαμπούρι, ένας λεβέντικος  χορός μια σοφή και συνάμα γλυκιά  σου κουβέντα (από αυτές τις πολλές που έλεγες),  θα μας λείψουν πολύ.

     ΄΄ Θα… ζούσαμε ΄΄ πολλά όμως εσύ διάλεξες τον άλλο δρόμο…   Τον δύσκολο, για να απολαύσεις από δω κι εμπρός  αυτά για τα οποία χρόνια κόπιασες .

Καλό σου ταξίδι Ηρακλάκο… 

Καλό σου ταξίδι κουμπάρε και θείε μου…

Καλό Παράδεισο, μόνο εκεί μπορείς να ανήκεις τώρα πια. Όσο κι αν πονάμε εμείς, εσένα Εκεί σου αξίζει! Γιατί ο καθένας τελικά είτε εδώ είτε αλλού παίρνει αυτό που του αξίζει.

Σ’ αγαπούσα και σ’ αγαπώ πολύ. Δε πρόλαβα ποτέ να στο πω… δεν έτυχε.

Καλή αντάμωση…

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

«Μποέμισσες»…. εναλλακτικές!


Χαλαρωμένες, ήρεμες αλλά ποτέ επαναπαυμένες από την αναγνώριση απολαμβάνουν και δέχονται για ακόμα ένα ξημέρωμα τις ευχές και τα συγχαρητήρια του κόσμου, ο οποίος τις εκλιπαρεί για λίγη ακόμα απόλαυση… λίγη ακόμα ποιότητα που τόσο λείπει από την καθημερινότητα. Οι ΄΄ Μποέμισσες ΄΄ είναι ίσως το μακροβιότερο ελληνικό γυναικείο μουσικό γκρουπ το οποίο εδώ και 25 συναπτά έτη κάνει αυτό που ξέρει και έχει μάθει πολύ καλά: συνδυάζει την ποιότητα με την διασκέδαση και μαγεύει αυτούς που ξέρουν να εκτιμούν το γνήσιο λαϊκό και έντεχνο τραγούδι… και δεν είναι λίγοι ευτυχώς! Μόλις λοιπόν έσβησαν τα φώτα καλώ στην συντροφιά μου μια από τις τρείς κοπέλες που απαρτίζουν το συγκρότημα, την Έφη Μπαμπλέκου. Οι άλλες δυο κοπέλες, Ρούλα Κωτσόβολου και Χρυσούλα Τσιτσή δυστυχώς δεν μπορούν να παρευρίσκονται λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων.

Χ. ΓΚ: Έφη θα ήθελα να μου πεις πότε, δηλαδή σε ποια χρονική στιγμή συνειδητοποίησες ότι αυτό που ενδεχομένως αρχικά το αντιμετώπισες σαν παιχνίδι, ως παιδί, έγινε στην συνέχεια ο επαγγελματικός σου προσανατολισμός. 

Ε. ΜΠ: Ήταν σε μια στιγμή όπου άλλαξε η πορεία της ζωής μου, μετά από μια προσωπική περιπέτεια. Σε αυτή τη φάση χρειάστηκε να αναλάβω την ευθύνη του εαυτού μου και κατάλαβα πως, κάνοντας επάγγελμα το χόμπι που με εξέφραζε απόλυτα, ήμουν από τους τυχερούς της σημερινής κοινωνίας.

Χ. ΓΚ: Πόσο δύσκολες ήταν οι συνθήκες μέσα σε αυτά τα εικοσιπέντε χρόνια πορείας και καριέρας; Ποιες δυσκολίες αντιμετώπισε το γκρουπ και σε ποια επίπεδα;

Ε. ΜΠ: Επειδή ακριβώς εντάχτηκα από την αρχή σχεδόν της πορείας μου σε ένα μουσικό σχήμα και συγκεκριμένα στο πρώτο γυναικείο γκρουπ που παίζει και τραγουδά αποκλειστικά  καλό ελληνικό τραγούδι, στις Μποέμισσες, σίγουρα οι δυσκολίες, που είναι πάρα πολλές και ποικίλες σε θέματα ανταγωνισμού, προβολής, παραχωρήσεων, αντιμετωπίστηκαν με τη βοήθεια της ομαδικότητας και μιας αρμονικής συνεργασίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το γκρουπ δεν πέρασε από   συμπληγάδες . Πάντως καταληκτικά ο συνδυασμός της αρμονικής συνεργασίας και της ομαδικότητας, που καταφέραμε να έχουμε μεταξύ μας και οι τρείς κοπέλες, συνέβαλαν στο να αντιμετωπιστούν αυτές οι δυσκολίες με μεγαλύτερη άνεση.

Χ. ΓΚ: Οι γονείς σου αρχικά πώς αντιμετώπισαν αυτή σου την απόφαση;

 Ε. ΜΠ: Είναι γεγονός ότι προέρχομαι από μια οικογένεια η οποία είναι μουσικά καλλιεργημένη, ειδικά από την πλευρά του πατέρα μου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το πήραν και εντελώς αψήφιστα. Μη ξεχνάς ότι τότε ήταν άλλες εποχές. Δεν ήταν εύκολο για το μικρό κορίτσι μιας οικογένειας να ΄΄ ανακοινώσει ΄΄ ότι θέλει να γίνει μουσικός και τραγουδίστρια. Παρόλα αυτά νομίζω πως στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι ήταν η φυσική μου εξέλιξη και έγινε τελικά αποδεκτό.

Χ. ΓΚ: Ψάχνοντας πληροφορίες σχετικά με εσένα και τη ζωή σου ανακάλυψα ότι εκτός από μια σπουδαία φωνή, αυτή είναι και η άποψη του κόσμου, έχεις και το ταλέντο της ζωγραφικής με το οποίο μάλιστα καταπιάστηκες στην αρχή της πορείας σου. Γιατί αποφάσισες να είναι η μουσική το επάγγελμά σου και όχι η ζωγραφική;

Ε. ΜΠ: Πράγματι οι πληροφορίες σου είναι πολύ σωστές. Το χάρισμα της ζωγραφικής είναι κληρονομιά από τον πατέρα μου. Το θέμα είναι ότι η ζωγραφική είναι μια τέχνη που δύσκολα θα την εντάξει κανείς σε ένα πεδίο επαγγελματικού προσανατολισμού. Επιπλέον δεν με κάλυπτε απόλυτα η σιγουριά του ταλέντου μου και είχα πάντα μια ανασφάλεια σε αυτό. Δεν ήμουν σίγουρη ότι ήμουν και η καλύτερη ζωγράφος! Έτσι η μουσική έγινε πρωτεύον λόγος, πορεία και τρόπος ζωής.

Χ. ΓΚ: Είναι γεγονός ότι η πορεία σας ως γκρουπ είναι μακρόχρονη. Ωστόσο, όπως είπες και εσύ λίγο πριν, οι  ΄΄ συμπληγάδες ΄΄ ήταν πολλές. Παρά όλα αυτά τα τελευταία δέκα συνεχόμενα χρόνια εμφανίζεστε με την ίδια επιτυχία στο ίδιο μαγαζί. Τι σημαίνει αυτό για εσένα;
 
Ε. ΜΠ: Σίγουρα πάρα πολλά! Η αγάπη που δεχόμαστε από τον κόσμο είναι σαν μια τεράστια αγκαλιά. Προσπαθούμε όχι μόνο να διασκεδάσουμε αλλά κυρίως να ψυχαγωγήσουμε ( με την κυριολεκτική σημασία στης λέξης )τον κόσμο κάτι που είναι ιδιαίτερα δύσκολο στις εποχές που διανύουμε. Συνταγή μας είναι η σωστή χημεία μεταξύ των μελών, η άριστη συνεργασία με τους εργοδότες μας και φυσικά η συνεχής επικοινωνία με τον κόσμο. Εκείνος χαράσσει την πορεία και εμείς προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σε αυτή. Πιστεύω ότι μετά από τόσα χρόνια το έχουμε καταφέρει. 

Χ. ΓΚ: Υπάρχει αναγνώριση από τον κόσμο και αν ναι πώς την αντιμετωπίζεις; Με άλλα λόγια φοράτε ΄΄ μαύρα γυαλιά ΄΄;

Ε. ΜΠ: Στις μέρες μας η αναγνώριση έχει πάρει άλλες διαστάσεις και είναι περισσότερο συνυφασμένη με την ιδέα του πρόσκαιρου και του ΄΄ σουξέ ΄΄ ,πέραν βέβαια των κλασσικών και σταθερών αξιών στο χώρο. Με αυτή την έννοια όχι δεν υπάρχει αναγνώριση. Από την άλλη πλευρά υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι κόσμου που μας αγαπά, μας αποζητά δισκογραφικά, μας στηρίζει και μας αντιμετωπίζει σαν φίλους στο δρόμο παρά ως φίρμες και αυτό είναι επιτυχία για εμάς. Έτσι λοιπόν τα… μαύρα γυαλιά τα χρησιμοποιούμε μόνο κόντρα στον ήλιο, όχι στον κόσμο.

Χ. ΓΚ: Ζούμε, όπως είπες και εσύ, σε δύσκολες εποχές. Κρίσης όχι μόνο οικονομικής αλλά και κρίσης σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας. Πώς σε επηρεάζει όλο αυτό;

Ε. ΜΠ: Πιστεύω ότι κάθε εποχή είχε και θα έχει την κρίση της. Αυτό που οφείλουμε ως άνθρωποι, και εμείς ως καλλιτέχνες πρέπει να το μεταδίδουμε, είναι να μην το βάζουμε κάτω διότι τότε σημαίνει ότι μας κάνουν ό,τι θέλουν και το σύστημα αυτό θέλει! Να μας κάνει ό,τι  θέλει. Σίγουρα με ενοχλεί το ότι ζω σε μια χώρα στην οποία πλέον δεν έχω την ποιότητα ζωής που θα ήθελα, δεν έχω πράσινο, δεν έχω οξυγόνο, δεν ζώ… απλά αναπλέω. Αλλά δεν μπορώ να το βάλλω και κάτω. Δεν θέλω! Πάντα σιχαινόμουν την μιζέρια σε ανθρώπους και καταστάσεις και θα συνεχίσω διότι έτσι καταφέρνω να μην ΄΄ χαλάω ΄΄ και εγώ ως άνθρωπος . Το τι μπορεί να γίνει , το ξέρουν άλλοι και είναι αυτοί που θα έπρεπε να το ξέρουν και  για αυτό το λόγο βρίσκονται σε αυτές τις θέσεις και περιμένω από αυτούς να είναι λίγο πιο σοβαροί, ακέραιοι, άμεσοι στις λήψεις αποφάσεων και πιο κοντά στον κόσμο γιατί αισθάνομαι ότι έχουν ξεχάσει λίγο τον κόσμο. Ίσως επειδή μου αρέσουν τα ταξίδια και συγκρίνοντας με το εξωτερικό, βλέπω την μιζέρια που ζούμε και τη δυστυχία της κατάστασης.
Δεν μ’ αρέσει αυτό που συμβαίνει στην πόλη μου γιατί είμαι πολύ περήφανη που ζω στην Αθήνα και θα ήθελα να είναι όμορφη και δεν είναι. Και δε ζούμε ωραία. Δεν έχουμε πάρκα, πράσινο και η κατάσταση είναι ανελέητη. Η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι αγενέστατη και  δεν έχουμε τίποτα ευρωπαϊκό. Μόνο οι τιμές μας! Οι τιμές μας, ναι, είναι εξαιρετικά ευρωπαϊκές και μου την δίνει αυτό!

Χ. ΓΚ: Για να επανέλθω στο πρωταρχικό μας κλίμα, όσοι σε γνωρίζουν καλά ξέρουν ότι είσαι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων που προτιμά να μιλά μέσα από την δουλειά του. Ωστόσο, τουλάχιστον ακόμα, δεν έχετε μπει ως γκρουπ στον χώρο της δισκογραφίας ο οποίος είναι και ιδιαίτερα ανταγωνιστικός. Ήταν προσωπική επιλογή ή έτυχε;
 
Ε. ΜΠ: Νομίζω ότι έγινε κάτι ανάμεσα στα δυο. Στην αρχή της πορείας του γκρουπ κάναμε έναν δίσκο, τότε ήταν το βινύλιο, με επανεκτελέσεις παλαιών γνωστών τραγουδιών και ο δίσκος αυτός πήγε ιδιαίτερα καλά για την εποχή. Στην συνέχεια προσπαθήσαμε να μπούμε στον ΄΄ σκληρό ΄΄ ανταγωνισμό, όπως είπες και εσύ, όμως οι εποχές δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές. Μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα. Ωστόσο συνεχίζουμε και οι τρείς μας να γράφουμε τραγούδια περιμένοντας τώρα πια την κατάλληλη ευκαιρία. Οι δισκογραφικές έχουν μια φθίνουσα πορεία . Επομένως αναμένουνε την κατάλληλη ευκαιρία για κάτι όμορφο, απλό που θα αγαπηθεί και θα αγγίξει τον κόσμο. Χωρίς τον πανικό της πρωτιάς.

Χ. ΓΚ: Δηλαδή καθαρά με μεράκι;

Ε. ΜΠ: Ακριβώς! Το έπιασες!

Χ. ΓΚ: Για το τέλος θα αφήσω μια άκρως επίκαιρη ερώτηση. Με αφορμή τη σημερινή μόδα των ριάλιτι σόου και όλη αυτή την έκταση που έχουν πάρει και με τη βοήθεια των οποίων είναι πολύ εύκολο για έναν νέο καλλιτέχνη να ανέλθει και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα, εσύ θα έπαιρνες μέρος σε ένα τέτοιο σόου; Όχι μόνο για να προβληθείς αλλά κυρίως για να αδράξεις την ευκαιρία την σωστή στιγμή.

Ε. ΜΠ: Καλή ερώτηση και δύσκολη! Σηκώνει πολύ συζήτηση. Πιστεύω ότι τα ριάλιτι είναι ένας σύγχρονος τρόπος προβολής ταλέντων. Προσωπικά όμως το θεωρώ αρκετά σκληρό και πολλές φορές ισοπεδωτικό! Ισοπεδωτικό κυρίως για τα όνειρα και τις φιλοδοξίες που σίγουρα έχει ένας νέος καλλιτέχνης . Το σύστημα εκεί είναι επιεικώς σκληρό. Δεν ξέρω να σου απαντήσω αν θα έπαιρνα μέρος. Ίσως να έπαιρνα, θα βοηθούσε το ΄΄ θράσος ΄΄ και η ορμητικότητα της νιότης! Τώρα πια έχουμε κατασταλάξει σε άλλα πράγματα…