Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

ΕΛΦΡΙΝΤΕ ΓΕΛΙΝΕΚ : Η αιώνια ''πιανίστρια'' που σύνθεσε το παιχνίδι με τη γλώσσα...


΄΄ Παρομοιάζω πάντοτε τη γλώσσα με ένα σκύλο με λουρί που τραβά αυτόν που τον κρατά. Το κείμενο παρασύρει … δε γράφω πλέον, αλλά κάτι με γράφει και με βλέπει να γίνομαι γραφή. Συνεπώς είμαι παντού …παράμερα… ΄΄

Με συνοδηγό την μελαγχολία και το σαρκασμό, την σύνθετη σκέψη και την ειρωνεία, το χιούμορ αλλά και την απελπισία που γεννιέται μέσα από αυτό, κατάφερε να πορευτεί στο χρόνο μια φιγούρα η οποία χάραξε την δική της διαδρομή στην ιστορία της λογοτεχνίας. Η Ελφρίντε Γέλινεκ είναι μια γυναίκα που έχει βαθιές τις ρίζες της γραφίδας της στην παράδοση. Μια παράδοση που παρέλαβε από την οικογένειά της αποτελώντας ένα συνονθύλευμα πολιτισμών ( Βιέννη, Αυστρία, Γερμανό-εβραία αστική τάξη )  και που η ίδια διατήρησε αναλλοίωτη καταφέρνοντας να φτάσει, αν και με καθυστέρηση όπως η ίδια αφήνει να εννοηθεί, στο απόγειο της τιμής και της αναγνωσιμότητας, στην κατάκτηση   του Βραβείου Νόμπελ το 2004. ΄΄ Πιστεύω ότι αυτό το Βραβείο- υπέρμετρο άλλωστε κατ ΄ εμέ – θα με σπρώξει ακόμα περισσότερο μέσα στα χαρακώματά μου ΄΄  δηλώνοντας πάντα μοναχικός τύπος η  Ελφρίντε Γέλινεκ προσπαθεί να αντισταθεί στην έπαρση που σίγουρα προκαλεί μια τέτοια βράβευση.

Τα πρώτα βήματα
Γεννημένη στις 20 Οκτωβρίου 1946, η  Ελφρίντε Γέλινεκ, είναι μια αυστριακή θεατρική συγγραφέας και μυθιστοριογράφος η οποία τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 2004 για το βιβλίο της ΄΄ Η ροή της μουσικής των φωνών και αντί-φωνών ΄΄ Μεγαλωμένη μέσα σε μια άκρως συντηρητική οικογένεια με ισχυρή την φασιστική ( θα έλεγε κανείς ) παρουσίας της μητέρας της, ασχολήθηκε  εξ ΄ αρχής με τη μουσική σπουδάζοντας πιάνο, κιθάρα, βιολιά και εκκλησιαστικά όργανα. Άρχισε να γράφει ποίηση σε νεαρή ηλικία και έκανε το λογοτεχνικό ντεμπούτο της με την συλλογή Lisas Schatten το 1967.  Η συνάντηση του πατέρα της Φρήντριχ, ταπεινής καταγωγής, με την μητέρα της Όλγα, που προερχόταν από την καλή αστική τάξη, αποτελεί, όπως η ίδια λέει, ένα είδος οικογενειακής σχιζοφρένιας η οποία δημιουργήθηκε ανάμεσα σε έναν άθεο, αριστερά στρατευμένο περιβάλλον και σε μια αστική τάξη καθολικού θρησκεύματος. Το μόνο σίγουρο είναι το πόσο πολύ έχει επηρεαστεί όχι μόνο η ίδια αλλά και ο τρόπος γραφής της από την παράδοση της οικογενείας του πατέρα της αλλά και πολύ περισσότερο της μητέρας την οποία κατάφερε να προσελκύσει ελάχιστα λόγω του απόλυτου του χαρακτήρα της και της αυταρχικότητά της επιζητώντας πάντα τη πατρική φιγούρα η οποία απουσίαζε εξαιτίας της αποξένωσης που προκαλούσε η μητέρα της.

 Από τα κόμικς, στη γένεση ενός Συγγραφέα
Η απομόνωσή της και ο κυριολεκτικός εγκλεισμός της στο δωμάτιό της για σχεδόν ένα χρόνο οδήγησε σε μια βαθειά διείσδυση στο εγώ της και σε μια εσωτερική αναζήτηση η οποία κατέληξε σε νέες και έντονες ανακαλύψεις. Μένοντας έγκλειστη για αυτό το χρονικό διάστημα καταβρόχθιζε κομμάτια της λογοτεχνίας τα οποία αργότερα θα γίνουν τα θεμέλια της γραφής της. Κάνοντας αυτή την αναζήτηση συνειδητοποίησε πως το καθετί γύρο έχει τη λεγόμενη ΄΄ δεύτερη φύση ΄΄ και ότι τα διάφορα πράγματα δεν ήταν παρά μόνο επιφάνεια. Έτσι σιγά σιγά άρχισε να γεννιέται η συγγραφέας η οποία συνειδητά κρατούσε μια απόσταση από την πραγματικότητα, αν και τα πρώτα της κείμενα αποτέλεσαν ποιήματα τα οποία έγραφε με ταχύτατους ρυθμούς. Επηρεασμένη από μεγάλους συγγραφείς όπως ο Otto Breicha στον οποίο, όπως δηλώνει, χρωστάει την συγγραφική της γένεση, τον Albert Ehrensteinn και τον August Stramm , η Ελφρίντε Γέλινεκ, έκανε την τέχνη σημαία της. Λίγο αργότερα ξεκινά, έμμεσα, και η πολιτική της τοποθέτηση μέσα από τα κείμενα της γεγονός που την κάνει να πάρει θέση, κάτι που ποτέ δεν αρνήθηκε, δηλώνοντας πως τίποτα δεν έχει χαθεί από τον αντικαπιταλισμό της και ότι το μίσος της για κάθε κοινωνική αδικία που γεννά το πολιτικό σύστημα που συνεχίζει να υπάρχει θεωρώντας πως ως λογοτεχνικός συγγραφέας  έχει εκπληρώσει με επιτυχία το πολιτικό της μέλημα. Διαβάζοντας κάποιος έργα της δε μπορεί παρά να παρατηρήσει πως η γραφή της οικοδομήθηκε πάνω στην απέχθεια που της δημιουργήθηκε για τη μουσική μετά από πιέσεις που δέχτηκε από τη μητέρα της καταλήγοντας να μισεί για καθετί που συσχετιζόταν με αυτή.

Τα γλωσσικά παιχνίδια και η ΄΄ νέα γλώσσα ΄΄
΄΄ Επίσης μου άρεσαν τα γλωσσικά παιχνίδια του Ruhm, αυτή η στάση γραφής στην οποία έμεινε πάντα πιστός. Επίσης ο ποιητής H. C. Artmann με επηρέασε έντονα, αλλά περισσότερο δια μέσου του λυρικού του έργου. Η επιρροή όλων αυτών ήταν καθοριστική για την εργασία μου ΄΄ .
Η τεράστια επιρροή της συγγραφέως από αυτούς τους σπουδαίους λογοτέχνες είχε ως αποτέλεσμα την παιχνιδιάρικη διάσταση που έδινε στα κείμενά της καθώς επίσης και την ένεση πραγματικότητας που τοποθετούσε σε αυτά προκειμένου να σταθούν όρθια. Όλο αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη γένεση μιας νέας, κατά κάποιο τρόπο, γλώσσας στην οποία ο συγγραφέας πειραματίζεται με τις λέξεις και παρατηρεί τις αντιδράσεις του ίδιου του του εαυτού. Διαβάζοντας κανείς την ΄΄ πιανίστρια ΄΄, την ΄΄ λαγνεία ΄΄, ή τους ΄΄ αποκλεισμένους ΄΄, αντιλαμβάνεται πως ο συγγραφέας είναι δέσμιος της γλώσσας και ότι ο ίδιος παρασύρεται από αυτήν. Η Γέλινεκ έχει την ικανότητα και συνάμα την δυνατότητα να στέκεται παράμερα από το ίδιο της το κείμενο και να παρατηρεί τα πράγματα απέξω χωρίς να συμμετέχει σε αυτά. ΄΄ Παράμερα ΄΄ την εξωθεί, τις περισσότερες φορές, η φρίκη και η πραγματικότητα κατανοώντας πως δε μπορεί να έχει θέση σε αυτά. Η ανάγκη της να παίξει με τη γλώσσα είναι τόσο μεγάλη που η ίδια οδηγείται , όπως λέει, στην μανία του να τις φτάσει σε τέτοιο σημείο έτσι ώστε να καταλήξουν να έχουν την ακριβώς αντίθετη σημασία τους από την αρχική. Σε όλη αυτή την διαδικασία η ίδια θέτει δυο καλούς συνοδοιπόρους: το ανατρεπτικό χιούμορ ( όχι πάντα αντιληπτό ) αλλά και την φρίκη που της προκαλεί το καθεστώς στολίζοντάς τα με συνεχείς υπαινιγμούς.

΄΄ Παράμερα… ΄΄
Η Ελφρίντε Γέλινεκ είναι μια λογοτέχνης που απομακρύνεται από τη σωρό των ερειπίων που προκαλεί η λογοτεχνία προσπαθώντας να αναζητήσει μια νέα μέθοδο, την απόλυτη μέθοδο, θα έλεγε κανείς. Δυστυχώς το ακατονόμαστο δεν είναι πάντα αποδεκτό.

Η ''Νομιμοποίηση'' ....της Παρανομίας


΄΄ Στην αρχή ο κόσμος ήταν επιφυλακτικός, οι άνθρωποι στέκονταν στις πόρτες και αν έβλεπαν καπνό τότε έμπαιναν ….στα τηλέφωνα κρατήσεων όλοι έκαναν τη γνωστή ερώτηση : ΄΄ το κάπνισμα επιτρέπεται ; ΄΄ 

Ο ιδιοκτήτης γνωστού νυκτερινού κέντρου προσπαθούσε να απαντήσει βιαστικά  στις ερωτήσεις μου οι οποίες όλο και αυξάνονταν καθώς το μάτι μου επεξεργαζόταν το χώρο. Η ώρα ήταν περίπου 3:20 το πρωί. Η διασκέδαση στο γνωστό κέντρο της Πειραιώς ήταν στο απόγειό της. Στα τραπέζια αντί για τασάκια βρίσκονταν ποτήρια γεμισμένα ως τη μέση με κόκα κόλα, ΄΄ για ξεκάρφωμα ΄΄ μας λέει ο ένας από τους μετρ που έρχεται να μας ρωτήσει εξεταστικά από πού είμαστε και τί θέλουμε. Πιάνουμε την κουβέντα, του εξηγώ το λόγο για τον οποίο είμαι εκεί και αμέσως παίρνει στάση αρπακτικού έτοιμου να με κατασπαράξει : ΄΄ έτσι όπως τα κάνανε να τα λουστούν τώρα ΄΄ μου λέει εννοώντας τους πολιτικούς και συνεχίζει λέγοντας έντονα ΄΄ ο Έλληνας δεν μπορεί χωρίς τσιγάρο και χωρίς ποτό, πάντα το ένα συμπληρώνει το άλλο. Καθημερινά δέχεται τόσους περιορισμούς … όχι και στην απόλαυση ΄΄ . Τον κοιτάζω με απορία έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου όλους τους νέους νόμους και τις διατάξεις σχετικά με την απαγόρευση του καπνίσματος και όταν τολμώ να του αναφέρω κάποιες με κοιτάζει σαν από άλλο πλανήτη. Τον ρωτώ τι θα κάνει αν κάποιο βράδυ εισβάλλει  κάποιος και ανακαλύψει την όλη κατάσταση που επικρατεί για να πάρω την απάντηση : ΄΄ ας είναι καλά τα παλικάρια στην γωνία Πειραιώς και Χαμοστέρνας ΄΄  συνεχίζω την ερώτησή μου λέγοντάς του ΄΄ και τι θα γίνει αν μπει κάποιος ξαφνικά ; ΄΄ με κοιτάζει … σιωπή …ή μήπως απάντηση; Αφήνω αρκετή ώρα να περάσει μέχρι να τον απασχολήσω ξανά. Αυτή τη φορά τον ρωτώ για τον πρώτο καιρό και για το αν ο κόσμος είχε ως προϋπόθεση το κάπνισμα για να βγει έξω  και μου απαντά πως σανίδα σωτηρίας για όλους τους ιδιοκτήτες ήταν πως τα μέτρα ανακοινώθηκαν καλοκαίρι, έτσι υπήρχε χρόνος για να κινητοποιηθούν και να ΄΄ σώσουν ΄΄ ό,τι μπορούσαν ΄΄ στις αρχές της σεζόν μπορούμε να πούμε πως τα πράγματα φαίνονταν μάλλον μαύρα γιατί ο κόσμος δεν ήξερε και άκουγε μόνο  από άλλους για το αν καπνίζουν ή όχι στα μπουζούκια ΄΄ . Η κουβέντα μου με τον, έτσι κι αλλιώς ολιγόλογο και χωρίς διάθεση να μιλήσει, υπεύθυνο τελειώνει και αποφασίζω να στραφώ στο κοινό έτσι ώστε να δω κατά πόσο τα μέτρα έχουν επηρεάσει τον κόσμο ή και ακόμα μήπως τους αφήνουν αδιάφορους.   ΄΄ Κανονικά οι έλεγχοι θα πρέπει να είναι πιο εντατικοί και συχνοί για να πούμε πως πραγματικά έχουν ληφθεί μέτρα τώρα ο ένας κοιτάει τον άλλο και αφού καπνίζει ένας καπνίζουν όλοι… ΄΄  μου απαντάει μια κυρία σβήνοντας το αποτσίγαρο μέσα στο γεμάτο από γόπες ποτήρι της κόκα κόλα. 
Αποφασίζω να μην ασχοληθώ άλλο με τους γύρω μου. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον και μια τέτοια ώρα όλες οι διατάξεις και όλοι οι νόμοι σχετικά με το κάπνισμα  φαίνονται τόσο άγνωστα, τόσο ξένα. Η ώρα είναι πια περασμένη και το μαγαζί αρχίζει να αδειάζει σε αντίθεση με τα ΄΄ τασάκια ΄΄ που είναι γεμάτα. Κλείνω το κασσετοφωνάκι μου, ανάβω τσιγάρο και σκέφτομαι : ΄΄ είναι τελικά η ''λαμογιά'' στο DNA των Ελλήνων ή μήπως όλα επιτρέπονται μετά την πρώτη ρουφηξιά; ΄΄

'' Προδρομίτες '' ....όχι μόνο σε δύσκολους καιρούς


Ντυμένοι με την παραδοσιακή καταφυγιώτικη ή αλλιώς καταφιώτικη φορεσιά, κρατώντας τους ΄΄ τροβάδες ΄΄  ιδίως οι μικρότεροι για τα διάφορα πεσκέσια και περνώντας αρμαθιές από ξερά σύκα στο λαιμό, ξεκινούν και φέτος, όπως και κάθε χρόνο στις 6 του Γενάρη,  οι Προδρομήτες το παραδοσιακό καθήκον τους προκειμένου να αναβιώσει και πάλι το έθιμο του οποίου οι ρίζες ανήκουν περίπου στα 1650. ΄΄ Στα δύσκολα χρόνια της τουρκικής τυραννίας οι Έλληνες έψαχναν συνεχώς τρόπους οργάνωσης και αντίδρασης εναντίον τους. Ένας από αυτούς ήταν και οι Προδρομήτες οι οποίοι συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να μας θυμίζουν ό,τι οι σημερινές συνθήκες μας κάνουν να ξεχνάμε ΄΄, μoυ λέει ο πρόεδρος της Μορφωτικής Ένωσης Καταφυγιωτών ( Μ.Ε.Κ ) και Αντιδήμαρχος Κατερίνης κ. Ζήνων Σατραζέμης. Το όνομα Προδρομίτες δόθηκε σε αυτό το έθιμο από την εορτάζουσα ημέρα του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου την οποία έντεχνα η μικρή συνοικία του Νομού Πιερίας ΄΄Καταφιώτικα΄΄  την συνδυάζει με τα ΄΄ προδρόμια ΄΄ της ελληνικής επανάστασης. Αποφασισμένη λοιπόν και εγώ να διεισδύσω ακόμη περισσότερο στα άδυτα της παράδοσης αυτού του μικρού γεωγραφικού κομματιού αποφασίζω να ακολουθήσω τους Προδρομίτες στο πολύωρο έργο τους έτσι ώστε να καταλάβω πρώτα και να μεταφέρω καλύτερα το άρωμα της πολύχρονης παράδοσης τους. Την οργάνωση των Προδρομιτών αναλαμβάνει κάθε χρόνο, όπως και άλλοτε, η εκκλησία. Έτσι μετά το τέλος της Λειτουργίας οι ιερείς ευλογούν τους Προδρομίτες, οι οποίοι χωρίζονται σε τρείς με τέσσερεις ομάδες και ξεκινούν από πόρτα σε πόρτα, στην περιοχή Καταφιώτικα της Κατερίνης, τραγουδώντας γεμάτοι ζωντάνια τα παραδοσιακά τους τραγούδια σκορπίζοντας χαρά και κέφι σε ολόκληρη τη συνοικία. Η χαρά δεν είναι μόνο των Προδρομιτών αλλά και του νοικοκύρη ο οποίος με ενθουσιασμό και συγκίνηση τους υποδέχεται, τραγουδά μαζί τους και δε διστάζει να παρασύρει στο χορό γνωστούς και αγνώστους ανάμεσα στους οποίους και εμένα. Όταν οι χοροί και τα τραγούδια τελειώνουν του εξηγώ για ποιο λόγο βρίσκομαι εκεί και εκείνος σα χείμαρρος ξεκινά την αναδρομή στο παρελθόν και στις ρίζες αυτού του εθίμου. ΄΄ Παλιότερα στα δύσκολα χρόνια ο ρόλος των Προδρομιτών ήταν σωτηρία για τον τόπο μας. Οι νοικοκύρηδες έδιναν για πεσκέσια καρύδια, σταφίδες, λεφτοκάρια, στραγάλια, τα μπουμπουλάκια όπως τα λέμε εμείς εδώ και όποιος νοικοκύρης  ΄΄ στεκόταν ΄΄ καλύτερα πρόσφερε και χρήματα τα οποία η εκκλησία έδινε στον εθνικό αγώνα κατά των Τούρκων αλλά και για τις ανάγκες του κρυφού σχολειού. Είναι τιμή για τον τόπο μας που ακόμα και σήμερα τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας τιμούν εμάς τους μεγάλους και τους αγώνες μας χωρίς να τους έχουν νιώσει στο πετσί τους ΄΄ Κατά το μεσημέρι προς το απόγευμα το δύσκολο αλλά και ευχάριστο έργο των Προδρομιτών έχει τελειώσει. Το γλέντι όμως και η διασκέδαση για όλους τους υπόλοιπους Καταφιώτες έχει μόλις αρχίσει. Όλος ο λαος (Προδρομίτες και μη) συγκεντρώνεται στο προαύλιο της Μορφωτικής Ένωσης Καταφυγιωτών (Μ.Ε.Κ) και πιασμένοι χέρι χέρι περνούν στο λαιμό μια αρμαθιά από ξερά σύκα των οποίων το σκληρό περίβλημα συμβολίζει την αιμοχαρή Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα εκατοντάδες σπόρια τους σκλαβωμένους Έλληνες που μάχονται από το σκοτάδι για να αποτινάξουν τη σκληρή σκλαβιά. Έτσι  ξεκινούν το χορό ακολουθώντας τα παραδοσιακά τραγούδια που τραγουδούν οι μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες και ενεργά μέλη της φιλοπτώχου ντυμένες με τις παραδοσιακές στολές.
 Όταν τελικά το δικό μου καθήκον έχει τελειώσει και απομακρύνομαι από αυτή τη μικρή ΄΄πολιτεία΄΄ καταλαβαίνω πώς τελικά ένα μόνο έθιμο βαθειά ριζωμένο και αναλλοίωτο ανά τους αιώνες καταφέρνει να αναδείξει όλο το πλούτο και το πολιτισμό αυτής της χώρας. Μια χώρα που όταν θέλει αποδεικνύει πως δεν βαριανασαίνει μόνο αλλά συγχρόνως ζει.